[ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ] του ΒΙΘΕΝΤΕ ΜΠΛΑΣΚΟ ΙΜΠΑΝΙΕΘ

On 18 July, 2013 by BIBLIOTHEQUE

 

 



Ενώ βάδιζε προς το ραντεβού, ένιωθε όμορφα καθώς σκεφτόταν την γυναίκα του την Ερνεστίνα, της οποίας η θύμηση σπανίως ερχόταν να διαταράξει τους ρυθμούς του εργένικου βίου του, ή όπως αυτός έλεγε, της ελευθερίας του. Τι να έκανε άραγε εκείνη, τούτη τη στιγμή; Πάνε πέντε χρόνια που δεν έχουν ιδωθεί και μετά βίας είχαν ακούσει νέα ο ένας για τον άλλον. Μερικές φορές ταξίδευε στο εξωτερικό, άλλες φορές ήξερε ότι βρισκόταν στην επαρχία, στο πατρικό της, και παρόλο που διέμενε κατά μεγάλα διαστήματα στη Μαδρίτη, δεν είχαν καταφέρει να συναντηθούν ποτέ . Η Μαδρίτη δεν είναι ούτε Παρίσι ούτε Λονδίνο, αλλά είναι αρκούντως μεγάλη πόλη ώστε να μην συναντηθούν ποτέ δύο άνθρωποι, ειδικά όταν ο ένας είναι μια γυναίκα μόνη που επισκέπτεται περισσότερο τους ναούς παρά τα θέατρα, και ο άλλος κινείται στον κόσμο της νύχτας και επιστρέφει στο σπίτι κάθε μέρα την ώρα που το τσαλακωμένο του φρακ διαποτίζεται από τη σκόνη που σηκώνουν  οι οδοκαθαριστές.

Παντρεύτηκαν πολύ νέοι, σχεδόν παιδιά, και οι κοσμικές στήλες έβριθαν από ρεπορτάζ για το ευτυχισμένο – όπως όλοι θεωρούσαν – ζευγάρι. Πλούσιοι και δίχως οικογένεια. Πρώτα, το ξέσπασμα του πάθους, μια ευτυχία που έκανε τον κόσμο να ζηλεύει τους νεόνυμφους. Μετά, η μονοτονία, η κούραση, η σταδιακή αποξένωση, δίχως να σταματήσουν να αγαπιούνται. Εκείνον τον ξεμυάλιζαν οι εργένικες ιστορίες του. Εκείνη του δημιουργούσε σκηνές  που έκαναν στα μάτια του μισητό τον έγγαμο βίο. Η Ερνεστίνα θέλησε να τον εκδικηθεί κάνοντάς τον να ζηλέψει. Αφέθηκε με ενθουσιασμό σε αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι και  το προκλητικό της φλερτ με έναν Αμερικάνο αξιωματούχο έφτασε στα όρια της απιστίας.

 

 

 

Ο Λουίς το ήξερε πολύ καλά ότι πίσω από αυτό δεν υπήρχε σκοπιμότητα, αλλά, διάολε, κι εκείνος δεν ήτανε για γάμο, του έλειπε η εργένικη ζωή και έτσι επωφελήθηκε της ευκαιρία παίρνοντας στα σοβαρά την απιστία της Ερνεστίνας. Τον Αμερικάνο… τον έβγαλε από τη μέση με μια μαχαιριά, τον κακόμοιρο. Τι μεγάλη διευκόλυνση του είχε κάνει, ούτε που ήξερε. Με την Ερνεστίνα χώρισε κοινή συναινέσει. Εκείνη απέμεινε με τους συγγενείς της και εκείνος για ακόμα μια φορά μέσα στο εργένικο διαμέρισμά του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και τα δύο χρόνια έγγαμου βίου να ήταν απλά ένα μακρύ ταξίδι.

Η Ερνεστίνα δεν τα παράτησε και θέλησε να ξαναγυρίσει σε εκείνον. Τον αγαπούσε πραγματικά. Κάποτε ήταν επιπόλαιοι , θυμάται, αλλά ακόμα και τότε αυτό προκαλούσε την οργή του Λουίς που έβλεπε μέχρι και τα παιδιαρίσματα σαν απειλή για την ελευθερία του. Γι αυτό προέβαλλε αντίσταση σε οικογενειακούς φίλους, σε ευσεβείς ανθρώπους, που η γυναίκα του τους έστελνε να μεσολαβήσουν. Η ίδια βρισκόταν πολλές φορές στο σπίτι, δίχως να καταφέρει να κάμψει την αντίσταση του Λουίς που από ένα σημείο και μετά σταμάτησε να παρεβρίσκεται σε αυτές τις «παρεμβάσεις», μαντεύοντας ότι οι καλεσμένοι θα υπερασπίζονταν την γυναίκα του υποστηρίζοντας ότι αυτές οι συναντήσεις γινόντουσαν τυχαία. Έπρεπε να ρίξει εκείνος τις αντιστάσεις του. Ήταν ένας εξευτελισμένος σύζυγος και μερικά πράγματα, διάολε, δεν ξεχνιούνται ποτέ.
Αλλά η συνείδηση του ,του καλού ανθρώπου, του ανταπαντούσε με κατηγορηματικό τρόπο:
– Είσαι ένας παλιάνθρωπος που προσποιείται τον προσβεβλημένο για να διατηρήσει την ελευθερία του. Φέρεσαι ως δυστυχισμένος σύζυγος ώστε να συνεχίσεις να ζεις εργένης, κάνοντας στην πραγματικότητα δυστυχισμένους άλλους συζύγους. Σε ξέρω καλά, εγωίσταρε.

 

 


Και η συνείδησή του δεν έλεγε ψέμματα. Τα πέντε χρόνια ελευθερίας που ακολούθησαν τον χωρισμό ήταν πολύ ευτυχισμένα. Χαμογελούσε αναλογιζόμενος τις επιτυχίες του και αυτή τη στιγμή σκεφτόταν ασυγκίνητος εκείνη την άγνωστη που τον ταλαιπωρούσε. Κάποια γυναίκα που την είχε γνωρίσει στη σάλα ακριβού εστιατορίου και της απέκρυπτε το ενδιαφέρον του για κείνη. Έτσι πήρε εκείνη την πρωτοβουλία γράφοντάς του ένα αποκαλυπτικό γράμμα. Ύστερα ακολούθησαν ερωτήσεις και απαντήσεις στις αγγελίες των εφημερίδων, και τέλος εκείνο το ραντεβού, στο οποίο ο Λουίς πήγαινε με το άγχος που ξυπνά το άγνωστο.
Η άμαξα σταμάτησε μπροστά στον Άγιο Αντώνιο στην Φλώριντα. Ο Λουίς κατέβηκε και έκανε νόημα στον αμαξά του να τον περιμένει. Του προσέφερε τις υπηρεσίες τους από τότε ακόμα που ζούσε με την Ερνεστίνα. Ήταν μάρτυρας σε όλες τις περιπέτειες τους. Τον ακολουθούσε πιστά και υπάκουα σε όλες τις «επιδρομές» στην μετέπειτα ζωή του, αλλά αναπολούσε τα παλιά τα χρόνια, όταν τα ξενύχτια ήταν λιγότερα.
Όμορφο και ανοιξιάτικο το πρωινό. Ο κόσμος χαρούμενος φώναζε στα αναψυκτήρια. Περιπατητές περνούσαν μέσα από το άλσος, σβέλτοι σαν τα πολύχρωμα πουλιά,σαν τους σκυμμένους ποδηλάτες με τις ριγωτές μπλούζες. Από το ποτάμι ακούγονταν κόρνες και πάνω από τις φυλλωσιές ελίσσονταν σμήνη εντόμων,  μεθυσμένα από το φως. Μπάμπουρες που έλαμπαν σαν χρυσές σταγόνες. Ο Λουίς, επηρεασμένος από το χώρο που βρισκόταν, σκεφτόταν τον Γκόγια και τις χαριτωμένες δούκισσες που ντυμένες κομψά, ερχόντουσαν και κάθονταν κάτω από εκείνα τα δέντρα, με τους μνηστήρες τους που φορούσαν βαθυκόκκινες κάπες και τρίκοχα καπέλα. Τι ωραίοι καιροί ήταν εκείνοι!
Ο επίμονος βήχας του αμαξά της του τράβηξαν την προσοχή. Μια κυρία κατέβαινε από την άμαξα και κατευθυνόταν προς το μέρος του. Φορούσε μαύρα ρούχα και το πέπλο του καπέλου της κάλυπτε το πρόσωπό της. Βάδιζε σβέλτα και χαριτωμένα, οι γοφοί της λικνίζονταν με αρμονία και σε κάθε βηματισμό της αντηχούσε το θρόισμα των εκλεπτυσμένων της εσωρούχων.
Ο Λουίς δίχως να την δει, μύριζε το ίδιο άρωμα με το γράμμα που φυλούσε στην τσάντα του. Ναι, ήταν εκείνη.

 

[μετάφραση: Στάθης Ιντζές]

 

 

artworks : Cecil Beaton

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>